Εκτύπωση
Κατηγορία: Νέα
Ο νέος ΚΦΕ (Ν 4172/2013) στα άρθρα 22 και 23, αναφέρεται στις εκπιπτόμενες και μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες, από το ακαθάριστο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Για πρώτη φορά, είναι αλήθεια, καταγράφονται γενικές αρχές έκπτωσης δαπανών, που συνδέονται με την ομαλή, έντιμη και ειλικρινή άσκηση επιχειρηματικής λειτουργίας (άρθρο 22).
Πρώτον, οι δαπάνες να πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και να είναι σύμφωνες με τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της. Ποια δαπάνη γίνεται για το συμφέρον της επιχείρησης; Προφανώς αυτή, για την οποία μπορεί να αποδειχτεί ότι ο σκοπός ήταν να πραγματοποιηθούν έσοδα. Η επιχείρηση, ως επένδυση, δημιουργείται για να προκύψουν αποδόσεις στα τοποθετημένα κεφάλαια. Συνεπώς, ισχυρή και μόνη επιδίωξη είναι η αύξηση του κύκλου εργασιών και μέσω αυτής, η επίτευξη κέρδους. Επομένως, οι όποιες δαπάνες γίνονται πρέπει να σχετίζονται με την δημιουργία εσόδων.
Δεύτερον, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται να αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή. Η πραγματική συναλλαγή, επιφέρει έσοδο για τον πρώτο αντισυμβαλλόμενο και έξοδο για τον δεύτερο. Κατ’ αυτή την έννοια επιτυγχάνεται μέσω της φορολογίας και η συγκέντρωση των δημοσίων εσόδων (δια της φορολόγησης της προστιθέμενης αξίας), που είναι απαραίτητα για την λειτουργία του κοινωνικού κράτους. Αν η συναλλαγή δεν είναι πραγματική, υπάρχει, αφενός μεν απώλεια δημοσίων εσόδων, αφετέρου δε επιβάρυνση της κοινωνίας, με την έννοια ότι κάποιοι άλλοι επωμίζονται το βάρος της στήριξης του Δημόσιου προϋπολογισμού.
Τρίτον, για να είναι ελέγξιμες οι κινήσεις αυτές, θα πρέπει οι δαπάνες να στηρίζονται σε νόμιμο παραστατικό (σύμφωνα με τα κάθε φορά ισχύοντα) και να είναι καταχωρισμένες στα λογιστικά βιβλία του ασκούντος επιχειρηματική δραστηριότητα.
Συνεπώς, τα ανωτέρω συνοψίζονται σε μία φράση: «Πραγματική συναλλαγή, προς το συμφέρον της επιχείρησης, καταγεγραμμένη στα βιβλία της».
Ωστόσο, ο νομοθέτης θεωρεί ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υφίστανται και καταγράφονται δαπάνες που δεν θα πρέπει να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, έστω και αν, αρχικώς, οι δαπάνες αυτές, φαίνεται να σχετίζονται με τις δραστηριότητες της επιχειρηματικής δράσης (άρθρο 23). Σύμφωνα λοιπόν με τις σχετικές διατάξεις, οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:
  • Τόκοι από δάνεια που λαμβάνει η επιχείρηση από τρίτους, εκτός από τα τραπεζικά δάνεια, διατραπεζικά δάνεια, καθώς και τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν ανώνυμες εταιρείες, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τους τόκους που θα προέκυπταν εάν το επιτόκιο ήταν ίσο με το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτό αναφέρεται στο στατιστικό δελτίο οικονομικής συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος για την πλησιέστερη χρονική περίοδο πριν την ημερομηνία δανεισμού.
  • Κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής.
  • Οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές.
  • Προβλέψεις εκτός των οριζομένων στο άρθρο 26 του ΚΦΕ (πρόκειται για τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων και μόνον αυτές, όπως τα ποσά που εκπίπτουν καθορίζονται στις οικείες διατάξεις).
  • Πρόστιμα και ποινές, περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων.
  • Η παροχή ή λήψη αμοιβών σε χρήμα ή είδος που συνιστούν ποινικό αδίκημα.
  • Ο φόρος εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων του τέλους επιτηδεύματος και των έκτακτων εισφορών, που επιβάλλεται για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τον ΚΦΕ, καθώς και ο ΦΠΑ που αναλογεί σε μη εκπιπτόμενες δαπάνες, εφόσον δεν είναι εκπεστέος ως ΦΠΑ εισροών (βλ. δαπάνες ΙΧΕ).
  • Το τεκμαρτό μίσθωμα της παραγράφου 2 του άρθρου 39 σε περίπτωση ιδιόχρησης κατά το μέτρο που υπερβαίνει το 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου,
  • Οι δαπάνες για την οργάνωση και διεξαγωγή ενημερωτικών ημερίδων και συναντήσεων που αφορούν στη σίτιση και διαμονή πελατών ή εργαζομένων της κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το μισό τοις εκατό (0,5%) επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος της επιχείρησης.
  • Οι δαπάνες για τη διεξαγωγή εορταστικών εκδηλώσεων, σίτισης και διαμονής φιλοξενούμενων προσώπων κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό των 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το μισό τοις εκατό (0,5%) επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος της επιχείρησης.
  • Οι δαπάνες ψυχαγωγίας (εκτός αν η επιχειρηματική δραστηριότητα του φορολογούμενου έχει ως κύριο αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ψυχαγωγίας και οι δαπάνες αυτές πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής).
  • Προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες.
  • Το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του ΚΦΕ, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή.
Με την πρόσφατη Πολ. 1113/2015 επιχειρείται από την Φορολογική Διοίκηση η ερμηνεία των διατάξεων των παραπάνω άρθρων 22 και 23, κυρίως δε αυτών που αφορούν τις μη εκπιπτόμενες δαπάνες. Φοβούμαστε ότι η στροφή πράγματι θα είναι 360 μοιρών και θα ξαναγυρίσουμε στα ίδια, δηλαδή σε ένα «άρθρο 31 – τέρας», για το οποίο τόση προσπάθεια έγινε να καταργηθεί, ως φιλοσοφία και πρακτική. Για παράδειγμα, ο φορολογικός νομοθέτης δεν έθεσε περιορισμό στην έκπτωση των δαπανών διαφήμισης, πέραν των γενικών κανόνων του άρθρου 22. Πώς βρέθηκε τώρα η διάταξη Βασιλικού Διατάγματος που δυστυχώς ισχύει και συνδέθηκε με τον, υποτίθεται σύγχρονης αντίληψης, νέο ΚΦΕ, ώστε να απαιτείται πάλι η καταβολή δημοτικού τέλους για να δικαιολογηθεί η δαπάνη, είναι ένα θέμα. Τέτοιοι περιορισμοί δεν συνάδουν με εξέλιξη και επαναφέρουν τις απαράδεκτες πρακτικές του παρελθόντος.
Θα έχουμε την ευκαιρία, σε επόμενα σημειώματα, να σχολιάσουμε έναν προς έναν τους σχετικούς περιορισμούς που θέτει η Εγκύκλιος για την έκπτωση των δαπανών.
Τέλος, υπενθυμίζουμε το άρθρο 9 του ΚΦΔ (Ν 4174/2013), ότι οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για την Φορολογική Διοίκηση, αλλά δεν είναι δεσμευτικές για τους φορολογούμενους. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους, σε σχέση με τις φορολογικές του υποχρεώσεις, δεν του επιβάλλεται πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης (παρ. 5).
Πηγή: epixeirisi.gr